Η ναρκισσιστική δομή προσωπικότητας χαρακτηρίζεται από αίσθηση μεγαλείου, ανάγκη για θαυμασμό και έλλειψη ενσυναίσθησης. Ο άνθρωπος με ναρκισσιστική δομή προσωπικότητας χρειάζεται την επιβεβαίωση και προσοχή των άλλων καθώς τους χρησιμοποιεί για να γεμίζει τα κενά της αυτοεκτίμησης του. Ενώ έχει ανάγκη τους άλλους δεν μπορεί να δεθεί συναισθηματικά μαζί τους, ούτε μπαίνει στην διαδικασία να κατανοήσει τις ανάγκες τους. Επιθυμεί να πάρει από τους άλλους και όχι να προσφέρει ουσιαστικά. Τα ναρκισσιστικά άτομα έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό το βίωμα ανεπάρκειας, ντροπής και κατωτερότητας ως αποτέλεσμα παιδικών εμπειριών. Βασικά συναισθήματα του νάρκισσου είναι η ντροπή και ο φθόνος. Φοβούνται ότι θα αποκαλυφθούν οι ανεπάρκειες τους και θα γελοιοποιηθούν ή απορριφθούν. Επειδή κατά βάση νιώθουν κατώτεροι από τους άλλους τους ζηλεύουν για αυτό.
Ο νάρκισσος είτε εξιδανικεύει τον εαυτό του και υποτιμά τους άλλους, είτε κάνει το αντίστροφο. Επιδιώκουν πάντα την τελειότητα τόσο από τον εαυτό τους, όσο και από τους άλλους προσπαθώντας να αναπληρώσουν το βαθύ αίσθημα ανεπάρκειας που υποβόσκει. Ο νάρκισσος προέρχεται από υπερβολική κριτική των γονέων ή ένα κλίμα λατρείας μόνο και εφόσον το παιδί προσαρμοστεί με τι ναρκισσιστικές προσδοκίες του γονέα. Το παιδί διαμορφώνει έναν ψευδή εαυτό σύμφωνα με αυτό που θέλει ο γονέας και παίζει τον ρόλο αυτό για χάρη της αποδοχής και της αγάπης κάτι που θα συνεχίσει να κάνει και ως ενήλικας. Το κενό δημιουργείται στην απόσταση του ψευδή εαυτού από τον πραγματικό εαυτό με τις δικές του ανάγκες. Κατά βάθος νιώθουν κενοί και κατώτεροι με συνέπεια για να αντισταθμίσουν αυτό διακατέχονται από αισθήματα υπεροχής, υποτίμησης, αυτάρκειας και ματαιοδοξίας.

Για τον Kohut η ναρκισσιστική προσωπικότητα δομείται εξαιτίας παραλήψεων στην ενσυναίσθηση των γονέων προς το παιδί. Η ανταπόκριση σε θαυμασμό από τους γονείς προς το παιδί δεν ήταν επαρκής και έτσι η αυτοεκτίμηση δεν χτίστηκε επαρκώς με συνέπεια το άτομο να πρέπει να αντιμετωπίσει μία ευάλωτη αυτοεκτίμηση. Ο Kenberg βλέπει τον νάρκισσο ως ένα σύμπλεγμα αμυνών ενάντια στην ενοχή και εξάρτηση από τους άλλους. Δημιουργεί μία ψεύτικη επάρκεια. Για τον Kenberg o νάρκισσος συγκρίνει τον εαυτό του με τους άλλους ενώ παράλληλα τους φθονεί. Άμυνα στον φθόνο είναι η υποτίμηση, αυτό τους δημιουργεί ένα άδειασμα εσωτερικό το οποίο αναπληρώνουν με τον συνεχή θαυμασμό. Ο νάρκισσος αρνείται κάθε ευάλωτο συναίσθημα, ατέλειες και τις εξαρτητικές του ανάγκες και τα προβάλει στους άλλους. Η εκδήλωση την επιθετικότητας ή αλλιώς ναρκισσιστικής οργής παρατηρείται ως μία παρόρμηση καταστροφής των καλών πραγμάτων των άλλων ή και των άλλων ως απόρροια της ζήλιας που νιώθει για αυτούς. Η οργή πολλές φορές πηγάζει και από τον θυμό που δεν έγινε αγαπητός και αποδεκτός ο πραγματικός εαυτό του ναρκίσσου με αποτέλεσμα να πρέπει να δημιουργήσει τον νάρκισσο εαυτό καταπιέζοντας τον πραγματικό. Το παιδί αντιλαμβάνεται από πολύ νωρίς ότι θα πρέπει να γίνει έτσι όπως θέλει ο γονέας και αυτό εμπεριέχει καταπίεση και θυμό που μπορεί να εκδηλωθεί αργότερα στις ενήλικες σχέσεις του ατόμου. Η ναρκισσιστική οργή υπάρχει τόσο στις γυναίκες όσο και στους άντρες. Στους άντρες εκδηλώνεται πιο έντονα με λεκτική και σωματική κακοποίηση. Τέλος, ο έλεγχος του συντρόφου και ο συναισθηματικός χειρισμός είναι δύο τακτικές που χρησιμοποιεί ο νάρκισσος καθώς νιώθει ότι μπορεί να χάσει την προσοχή και την αγάπη των άλλων αφού κατά βάθος ελλοχεύουν τα συναισθήματα ανεπάρκειας που νιώθει.